διάσφυξις

διάσφυξις, η (Α)
1. δυνατός σφυγμός
2. παλμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < διά + σφύξις «σφυγμός» < σφύζω*).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διάσφυξις — pulsation fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφύξεσι — διάσφυξις pulsation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφύξιες — διάσφυξις pulsation fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.